Μέσα στις υποχρεώσεις του 2019 λήγουν παλαιοί τίτλοι ύψους 4,791 δισ. ευρώ, με μέσο επιτόκιο της τάξης του 4,95%, που θα αποπληρωθούν με τη ρευστότητα από το δάνειο του ESM, που έχει επιτόκιο περίπου 1%.

Περιορισμένη έξοδος στις αγορές, αγορά ακριβού χρέους από ΕΚΤ – ΔΝΤ και «εξάρτηση» από το μαξιλάρι ρευστότητας των 24 δισ. ευρώ θα είναι το πλαίσιο του ετήσιου προγράμματος δανεισμού για το 2019 που αναμένεται να ανακοινωθεί σήμερα.

Μιλώντας στο Reuters Έλληνας αξιωματούχος άφησε να εννοηθεί ότι υπό τις παρούσες συνθήκες προγραμματίζονται δύο εκδόσεις: μια βραχυπρόθεσμη για έναν τίτλο διάρκειας 3 ετών και μια μεσοπρόθεσμη (πιθανόν στα πέντε ή επτά χρόνια). «Θα είναι πιθανώς ένα μεσοπρόθεσμο ομόλογο και ένα δεύτερο, πιθανώς βραχυπρόθεσμο», δήλωσε στο πρακτορείο ο συγκεκριμένος αξιωματούχος.

Ωστόσο, δεν έδωσε περισσότερα στοιχεία για το ύψος των κεφαλαίων που σχεδιάζει να αντλήσει η Ελλάδα από τις αγορές το επόμενο διάστημα, σημειώνοντας όμως ότι η διάρκεια των νέων εκδόσεων θα βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την πορεία της αγοράς.

Πάντως, θεωρείται βέβαιο ότι μέρος από το μαξιλάρι ρευστότητας που έχει εξασφαλίσει η Ελλάδα μετά το τέλος του τρίτου προγράμματος θα χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση ακριβού δανείου, που μεταφράζεται στα «ακούρευτα» ομόλογα του Δημοσίου που διακρατεί η ΕΚΤ αλλά και το χρέος από το ΔΝΤ.

Μέσα στις υποχρεώσεις του 2019 λήγουν παλαιοί τίτλοι ύψους 4,791 δισ. ευρώ, με μέσο επιτόκιο της τάξης του 4,95%, που θα αποπληρωθούν με τη ρευστότητα από το δάνειο του ESM, που έχει επιτόκιο περίπου 1%. Παράλληλα, μέσα στον επόμενο χρόνο θα πρέπει να αποπληρωθεί μέρος του δανείου από το ΔΝΤ ύψους 1,98 δισ., το οποίο τοκίζεται με επιτόκιο περίπου 4,7%. Και αυτό το ποσό αναμένεται ότι θα καλυφθεί με χρήματα από το απόθεμα ρευστότητας.

Πρόκληση

Ωστόσο, μια νέα έκδοση ομολόγου -η πρώτη μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος- είναι για την Ελλάδα ευκαιρία και ταυτόχρονα πρόκληση. Είναι ευκαιρία γιατί αναμένεται από τον Σεπτέμβριο από τις αγορές και είναι μία από τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η Moody’s και εμμέσως και οι άλλοι οίκοι αξιολόγησης για να αναβαθμίσουν την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας.

Είναι όμως και πρόκληση, καθώς μοιραία η Ελλάδα ξαναβγαίνει στις αγορές σε μια δυσμενή οικονομική συγκυρία, με τον ρυθμό ανάπτυξης για την ευρωζώνη να αναθεωρείται από την ΕΚΤ, η οποία σταματά την πρωτοχρονιά το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Παράλληλα, παρά την ύφεση στην ιταλική κρίση, η απόδοση στο ελληνικό δεκαετές παραμένει λίγο πάνω ή λίγο κάτω από το 4,3%, αφού η χώρα μας βρίσκεται για τους επενδυτές στο καλάθι των αναδυόμενων αγορών.